Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Χάρτινος Κόσμος

                                                          ( Πίνακας : Ναταλία Σταμοπούλου)




ΧΑΡΤΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ


       Αν θεωρήσουμε ότι η δημιουργία μιας εικόνας αποσκοπεί στην ύπαρξη μιας νέας πραγματικότητας ή τουλάχιστον μιας νέας ερμηνείας της πραγματικότητας, τότε η φωτογραφία με την διάσταση που έχει πάρει σήμερα, αποσκοπεί σε μια ολοκληρωτική νέα πραγματικότητα, ίσως μια πραγματικότητα εικόνων στη θέση της πραγματικής πραγματικότητας.
       Μια πραγματικότητα εικόνων στα μέτρα του φωτογράφου, του θεατή. Ακόμα κι αν η φωτογραφία είναι φωτογραφία καταγγελίας μοιάζει μ’ένα κάποιο τρόπο να μην ανήκει στον πραγματικό κόσμο αλλά στον κόσμο των εικόνων.
       Πραγματικό είναι πια όχι ότι υπάρχει, αλλά ότι έχει φωτογραφηθεί. Ο κόσμος μας είναι ο κόσμος των εικόνων. Κάποτε, ο κόσμος των εικόνων ήταν τα όνειρα, οι επιθυμίες και οι φόβοι. Η πραγματικότητα αναλάμβανε τα υπόλοιπα.
       Σήμερα, έχουμε αναλάβει εμείς και την δυνατότητα της πραγματικότητας να υπάρχει. Τι κι αν δεν είναι πραγματική, εάν μπορεί να εκλαμβάνεται ως τέτοια; Και έτσι συμβαίνει. Η εικόνα δεν είναι πια υποκατάστατο της πραγματικότητας, ή συμβολική επούλωση μιας τραυματικής πραγματικότητας ή έστω ισοδύναμο.
              Είναι η ίδια η πραγματικότητα.
       Ο Μποντριγιάρ έλεγε ότι ο « πόλεμος του Κόλπου» έχει γίνει, όχι επειδή έχει γίνει, δεν έχει σημασία αν έχει γίνει. Σημασία έχει, ότι έχει γίνει επειδή έχει γίνει στην τηλεόραση, επειδή έχει υπάρξει ως εικόνα.
              Γιατί είναι έτσι τα πράγματα;
       Ο Μπάρτ σχετίζει την φωτογραφία με τον θάνατο. Ο θάνατος δεν είναι μόνο μια φυσική πραγματικότητα, ίσως δεν είναι καν αυτό. Ο θάνατος είναι ο θάνατος της επιθυμίας, των σχέσεων, της εικόνας του εαυτού που θέλουμε να έχουμε. Ο θάνατος είναι ο θρίαμβος του μέτριου. Υπάρχει ένα ημιτελές πένθος μέσα στον σημερινό άνθρωπο, γιατί καμιά πραγματικότητα δεν του υπόσχεται αυτό που θα’θελε να είναι. Σαν ο καθρέφτης της πραγματικότητας εντός της οποίας θα αναζητούσε την ιδανική εικόνα του εαυτού του, να έχει θρυμματιστεί δια παντός.
              Έτσι, φωτογραφίζει…
       Φτιάχνει την δική του πραγματικότητα. Παντού εικόνες, να αποκλείσουν, να φτιάξουν ένα φράγμα για τον αποκλεισμό της πραγματικής πραγματικότητας.
       Μια πραγματικότητα από εικόνες για να μην βλέπουμε, μια πραγματικότητα από εικόνες όχι για να θυμόμαστε αλλά για να ξεχνάμε. Μια εικονική πραγματικότητα...
Η φωτογραφία δεν είναι πια απόδειξη του κόσμου που υπάρχει, αλλά απόδειξη της κατάργησής του.
       Κι αν σκεφτούμε ότι ο φωτογράφος είναι πάντα μπροστά από τον φακό του με πρόσχημα το ότι φωτογραφίζει, τότε …να! Γίνεται ο ίδιος δημιουργός του εαυτού του, θεός του νέου χάρτινου κόσμου…
              Αλλά τι σημασία έχει που είναι «χάρτινος»;

       Σημασία έχει ότι μπροστά στον καθρέφτη που είναι η φωτογραφία του εαυτού του, να είναι κάποιος ολόκληρος παρ’ότι φτιαγμένος από αυτό που λείπει.


                                 Από το  περιοδικό 'ΑΝΤΙΛΉΨΕΙΣ'  τεύχος 25, Ιούνιος 2011, σελ.

Η Φωτογραφία ως ο Τόπος του Άλλου.




 Η Φωτογραφία ως ο Τόπος του Άλλου


Σημείο
Πριν από κάποια χρόνια, ταξιδεύοντας στη Λατινική Αμερική, βρέθηκα στο San Cristobal de las casas της επαρχίας Chiapas, στο Μεξικό, εκεί απ' όπου ξεκίνησε το κίνημα των Ζαπατίστας για την κοινωνική απελευθέρωση των Ινδιάνων. Μισή ώρα δρόμο είναι το χωριό San Juan Chamula του οποίου ο ναός θεωρείται το πνευματικό και θεραπευτικό κέντρο των Ινδιάνων όλης της περιοχής. Σε εμφανές μέρος της πλατείας που βρίσκεται ο ναός υπήρχε πινακίδα με την ένδειξη: «Επισκέπτη, μπορείς να φωτογραφίσεις εξωτερικά τον ναό και τους κατοίκους. Απαγορεύεται να φωτογραφίσεις το εσωτερικό του και τις σκέψεις μας». Εντάξει, είπα μέσα μου, θα καταγράψω στο μπλοκ μου ότι υπάρχει στο ναό και θα συγκρατήσω με το βλέμμα μου όσες περισσότερες εικόνες. Αλλά, με τις σκέψεις, τι γίνεται; Και ξαφνικά, αισθάνθηκα κάπως σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων που δεν παραξενεύεται βλέποντας τον κούνελο ντυμένο ανθρώπινα, να μιλά με ανθρώπινη φωνή και να λέει ότι άργησε, παραξενεύεται μόνο επειδή ο κούνελος έχει ρολόι τσέπης. Έτσι κι εγώ δεν παραξενεύομαι με τη δυνατότητα να φωτογραφηθούν οι σκέψεις αλλά με την απαγόρευσή της. Kαι φαίνεται ότι, δεν παραξενεύτηκα γιατί, σαν την ηρωίδα του Κάρολ, βρισκόμουν κι εγώ σε μια άλλη διάσταση πραγμάτων. Εκείνη, δηλαδή, όπου το «έσω» γίνεται «έξω» και υλικό, ως ένα τοπίο, λοιπόν, που θα μπορούσε να φωτογραφηθεί.

Σημείο
Αν εκείνο που χαρακτηρίζει μια ψυχωσική διαδικασία - την τρέλα, που λέμε - είναι η αποκοπή από την κοινή πραγματικότητα που ζει ο καθένας με τον τρόπο του και η υποκατάστασή της από ένα οργανωμένο ή μη παραλήρημα, τότε, η κατάσταση αυτή σημαίνει μια ρήξη με το παρελθόν, μια απώλεια του παρελθόντος, δηλαδή, μια αποκοπή της ιστορικότητας του ατόμου. Να, λοιπόν, γιατί, κάποια από τα άτομα αυτά σκίζουν όλες τις φωτογραφίες τους ενώ παράλληλα ψάχνουν εναγωνίως και επιμόνως την εικόνα τους, επί ώρες, στον καθρέφτη. Αλλά, μην πάμε τόσο μακριά: πόσοι, πρώην ερωτευμένοι δεν σκίζουν τις φωτογραφίες που τους θυμίζουν τη σχέση που είχαν; Ως, δηλαδή, η φωτογραφία να γίνεται το σημαίνον του Άλλου, ο τόπος του Άλλου, το «έσω» τοπίο εκείνου που σκίζει.



Σημείο
Η έκτη Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης, είχε ως αφίσα μια φωτογραφία: μια όχθη πορθμού όπου φαίνεται ένα μέρος της πόλης και στην άλλη όχθη μια κοπέλα σε παγκάκι με την πλάτη γυρισμένη στο φακό, κοιτάζει απέναντι. Το απέναντι μέρος της εικόνας παρ’ ότι δομικά στέρεο  φαίνεται σαν να παίρνει θέση κλίσης για να βυθιστεί, σαν να προσπαθεί να βγει απ' το κάδρο. Η κοπέλα γέρνει ήρεμα το κεφάλι για να παρακολουθήσει το παράλογο και αφύσικο της κλίσης της όχθης.
Αυτή της η οικειότητα με το παράλογο -για μας- του συμβάντος, οφείλεται στο ότι αυτό που βλέπει απέναντι είναι αυτό που συμβαίνει μέσα της, το δικό της εσωτερικό τοπίο ως προβολή στο εξωτερικό. Είναι η ίδια που τείνει να βγει έξω από τo συμβατικό κάδρο που βρίσκεται, εξωτερικεύοντας την πραγματικότητα του εσωτερικού της τοπίου.

Κι αλήθεια, τι φωτογραφίζουμε την κάθε φορά που φωτογραφίζουμε; Αποφεύγοντας την εμπλοκή, λόγω του χώρου της φιλοξενίας, με τις Λακανικές έννοιες του Συμβολικού και Εικονοφαντασιακού άξονα, όπως επίσης και την ανάλυση των Φροϋδικών ναρκισσιστικών συνιστωσών που συγκροτούν τις ανθρώπινες σχέσεις, παρακάμπτοντας τα Καρτεσιανά και Καντιανά προβλήματα της εκτατότητας (τόπου) όπως επίσης την συνεισφορά της Αγγλικής σκέψης για την ψυχολογία της οπτικής αντίληψης, παραβλέποντας τα Χεγκελιανά σχόλια και την ανάλυση του Χαϊντεγκεριανού Dasein, ουσιαστικά παρακάμπτοντας όλο το φιλοσοφικό και ψυχαναλυτικό προβληματισμό για την πραγματικότητα – γιατί, πώς αλλιώς μπορούμε να συναντήσουμε την φωτογραφία παρά ως μια φιλοσοφική πράξη που τείνει να απαντήσει στα ερωτήματα του Τόπου, του Χρόνου, της Αλήθειας, της Πραγματικότητας, του Θανάτου, του Ωραίου ενώ ταυτόχρονα αναδύεται ως ένα ψυχαναλυτικό σχόλιο της εικόνας του εαυτού και του Άλλου; - ας πούμε, απλά, ότι ο άνθρωπος φωτογραφίζοντας φτιάχνει τον Τόπο μέσα στον οποίο κατοικεί. Δημιουργεί τον κόσμο του. Ο φωτογραφημένος τόπος γίνεται το όριο του κόσμου του. O κόσμος τελειώνει, όπως θα ‘λεγε ο Βιτγκενστάιν για τις λέξεις, εκεί που τελειώνουν οι φωτογραφίες. Μα και ταυτόχρονα γίνεται ο επινοημένος κόσμος που οριοθετεί το χάος των φαντασιώσεων και της πραγματικότητας, υποκαθιστώντας την. Ο φωτογραφημένος κόσμος παύει να είναι φωτογραφημένος. Είναι ο Κόσμος. Ο Homo photographicus, δημιουργός του οπτικού σύμπαντος μέσα στο οποίο κατοικεί έρχεται να συναντηθεί με την φράση του Καρτέσιου όπου ο άνθρωπος είναι υποκείμενο του δικού του λόγου. Έτσι, αντικαθιστά πλήρως τον Θεό ως Θεός ο ίδιος των συστατικών του σύμπαντος κόσμου, του Λόγου και της Εικόνας, κάνοντας τον Νίτσε να βεβαιώνει: «Ο Θεός πέθανε». Ανοίγει  ο δρόμος για την μοντέρνα και μεταμοντέρνα κατάσταση, για την μοναξιά του Homo photographicus  σ’ έναν κόσμο χωρίς αφήγηση.
Τι φωτογραφίζουμε λοιπόν την κάθε φορά που φωτογραφίζουμε; Τι άλλο παρά τον εσωτερικό μας χώρο, τo εσωτερικό μας τοπίο που υλοποιείται με πρόσχημα το φωτογραφιζόμενο αντικείμενο; Το «έξω» θα υπάρξει - και για να μην σκανδαλίσουμε μιλώντας απόλυτα, προσθέτουμε: ως φωτογραφία - αν μπορεί να μιλήσει για το «έσω». Και το «έσω» θα υπάρξει αν μπορεί να μιλήσει -να κοιταχθεί - στο «έξω». Έτσι, η φωτογραφία γίνεται ένα σημαίνον όχι του πραγματικού αντικειμένου. Το αντίθετο, το αγνοεί πλήρως, χρησιμοποιώντας το. Γίνεται ένα σημαίνον του τόπου - του - Άλλου που θα 'θελα να είμαι. Και φωτογραφίζοντας: είμαι. Γίνεται ένα αλλότριο τοπίο αλλοτριώνοντας την αίσθηση του κόσμου: είναι η εικόνα πια που είναι πραγματική και μόνον έτσι, εκ των υστέρων, το αντικειμενικό τοπίο γίνεται πραγματικό, αφού χρειάζεται κατ' αρχήν να είμαι-εγώ-εκεί. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή αυτή την αλλοτρίωση όταν κοιτάζοντας μια φωτογραφία που η εικόνα μας είναι μέσα σ' αυτήν, λέμε: «να 'μαι». Είναι σίγουρο ότι δεν είμαστε εκεί.  Είμαστε εκεί απ’ όπου λέμε: «να 'μαι». Και μήπως το πρωί στον καθρέφτη δεν πιστεύουμε, κατά τον ίδιο τρόπο, ότι αυτό που βλέπουμε στον καθρέφτη είμαστε εμείς; Ποιος τρελός θα μπορούσε να μας πει ότι δεν είμαστε;  Όμως...
Όμως, πόση παρηγοριά, πόση ανακούφιση ενέχει ο καθρέφτης που είναι η φωτογραφία! Δεν είμαι πια εγώ όπως ακριβώς δεν είναι και το τοπίο που φωτογραφίζω. Το τοπίο γίνεται πια ο τόπος του Άλλου που θα' θελα να είμαι ή που πιστεύω πως είμαι ή πως ήμουν, εξοστρακίζοντας, εξορκίζοντας, μεταμορφώνοντας σε μαγικό καθρέφτη την περιρρέουσα πραγματικότητα και κάνοντας την να είναι όπως θέλω να είμαι.
Το ιδανικό τοπίο είναι, λοιπόν, ο ίδιος ο φωτογράφος που βάζοντας τον εαυτό του -με το πρόσχημα της πραγματικότητας- μπροστά απ’ το φακό του γίνεται ο μάγος, ο δημιουργός του εαυτού του και του κόσμου.
Μην χαμογελάτε, αν έτσι νομίζει ότι αγνοεί τον θάνατο. Τον αγνοεί. Αλλά είναι γι’ αυτό που η φωτογραφία, κάθε φωτογραφία ως σημαίνον υπέρβασης είναι κατ' αρχήν τοπίο θανάτου.

                                        Φώτης Καγγελάρης
Από το περιοδικό 'ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ' συλλεκτικό τεύχος, α' εξάμηνο 2012, σελ. 222